Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2016

8-19 ΙΟΥΝΙΟΥ 1956 : Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΩΔΗΣ ΔΙΑΦΥΓΗ ΤΟΥ ΔΙΓΕΝΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΝΤΑΡΤΩΝ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΓΛΙΚΟ ΚΛΟΙΟ, ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΟΥ ΚΥΚΚΟΥ. Ο ΔΙΓΕΝΗΣ ΣΤΗ ΛΕΜΕΣΟ.

Του Σπύρου Δημητρίου
Αντιπροέδρου Ιδρύματος Στρατηγού Γεωργίου Γρίβα – Διγενή


Πηγές:Γεώργιος Γρίβας – Διγενής Απομνημονεύματα του Αγώνα της ΕΟΚΑ 1955-59 Εκδόσεις Πελασγός Αθήνα 2013.
Νίκου Παπαναστασίου ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΑΥΚΑΛΙΔΗΣ. ΤΟ «ΑΓΡΙΝΟ» ΤΗΣ ΕΟΚΑ Εκδόσεις Προσωπική Λευκωσία 2009
Λεωνίδα Λεωνίδου Γεώργιος Γρίβας – Διγενής Βιγραφία Τόμος Β΄(1950-1959) Εκδόσεις Προσωπική Λευκωσία 1997


Ο Διγενής με τους αντάρτες του βρισκόντουσαν στην περιοχή της «Διπλής» και πραγματικά διέτρεχαν πολύ σοβαρό κίνδυνο από την μεγάλη εξόρμηση των Άγγλων στα βουνά του Κύκκου. Την Παρασκευή 8 Ιουνίου 1956 στις δυόμισι το πρωί ο Διγενής άκουσε γαυγίσματα σκύλου και προσπάθησε να δει τι ακριβώς συμβαίνει. Ο Αρχηγός ξύπνησε τα παλικάρια του για να δουν όλοι μαζί τι θα κάνουν. Σε λίγο ήρθε κι ο Αντώνης Γεωργιάδης που είχε πάει να παραλάβει τρόφιμα και την αλληλογραφία στην περιοχή Μηλικούρι από το σύνδεσμο Γεώργιο Δαμιανού. Αφού κάλυψαν κατάλληλα τον χώρο πήραν τον οπλισμό τους και ακολουθώντας τα πλάγια του ποταμού Διαρίζου κινήθηκαν νότια με κατεύθυνση τη Πάφο. Όταν άρχιζε να χαράζει είδαν αποτσίγαρα και πατημασιές γεγονός που μαρτυρούσε ότι από την περιοχή πέρασε στρατός. Έστειλε τον Λάμπρο Καυκαλίδη σε ένα κοντινό ύψωμα να ανιχνεύσει και να τον ενημερώσει. Ο Λάμπρος ενημέρωσε τον Διγενή ότι φάλαγγα αγγλικών αυτοκινήτων αποβιβάζει στρατό στο δρόμο Μηλικουριού- Πέρα Βάσας. Ο Αρχηγός αποφάσισε να πορευθεί νότια και μόλις θα έφθαναν στο δρόμο Κύκκου- Παναγιάς θα επανεκτιμούσε την κατάσταση και την πορεία. Στις 10 το πρωί έφτασαν στο δρόμο και με χαρά είδαν ότι επικρατούσε ησυχία. Έστειλε τον Λάμπρο και τον Α. Γεωργιάδη να εποπτεύσουν το δρόμο Μηλικουριού – Πέρα Βάσας που πρίν αποβιβάζονταν στρατός να δούν τι συμβαίνει, αν ελευθερώθηκε μήπως και περάσουν απ’ αυτό. 
Οι αντάρτες διαπίστωσαν ότι ο στρατός δεν έφυγε, οπότε ο Διγενής αποφάσισε να περάσει τον δρόμο που τέμνει το δρόμο Πέρα Βάσας – Παναγιάς νότια προς τα Βρέστια. Απ΄εκει ο Αρχηγός παρακολούθησε όλες τις κινήσεις των Άγγλων για πολλές ώρες. Ξεκουράστηκαν για λίγο κι ήπιαν νερό σ’ ένα ξέφωτο, όταν ο ήλιος έδυσε. Κατά τις 10 το βράδυ ακούστηκαν πυροβολισμοί από τον Κύκκο. Ο Διγενής διέταξε αναχώρηση γιατί η παρουσία των άγγλων ήταν μεγάλη και ο κίνδυνος σύλληψης ακόμη μεγαλύτερος. Μέσα από το πυκνό σκοτάδι και κάτω από την μύτη κυριολεκτικά του εχθρού κινήθηκαν αριστοτεχνικά ο Γεώργιος Γρίβας – Διγενής και τα παλικάρια του.
Το ξημέρωμα της 9ης Ιουνίου 1956 τους βρήκε στην περιοχή Αγίου Νικολάου-Βρεστιών-Πάνω Παναγιάς αναζητώντας τρόπο διαφυγής από τον αγγλικό κλοιό. Η λύση βρέθηκε στο κενό μεταξύ του δρόμου Μηλικουριού- Πέρα Βάσας και του ελικοδρομίου των άγγλων. Κινήθηκαν ταχύτατα την νύχτα απ’ εκείνο τον χώρο και πήραν πορεία προς τα ανατολικά υψώματα του δρόμου. Τα μεσάνυκτα σταμάτησαν για ανάπαυση και επανεκτίμηση από τον Αρχηγό της όλης κατάστασης.
Στις 4 το πρωί, 10 Ιουνίου 1956, ο Διγενής με την ομάδα του κινήθηκαν νότια του Μηλικουριού προς την περιοχή του μοναστηριού της Αγίας Αρκάς. Εκεί σκόπευε ο Αρχηγός να ξεκουραστούν προσωρινά και να δουν τις εξελίξεις. Ο δρόμος που οδηγούσε προς τα εκεί ήταν δύσκολος, βασανιστικός και η παντελή έλλειψη νερού τον έκανε ανυπόφορο. Κατά το μεσημέρι, στη μιάμιση έφτασαν στο «Αργάκι της Μοσφιλιάς», σ’ ένα ρυάκι, κοντά στον ποταμό Διαρίζο, εξουθενωμένοι και κατάκοποι. Το τρεχούμενο νερό ήταν βάλσαμο και αποφάσισαν να το εκμεταλλευτούν εκτός από το να ξεδιψάσουν, να πλυθούν και να καθαρίσουν τα ρούχα τους. Γύρω στις 3 ο Λάμπρος Καυκαλίδης είδε να έρχονται από το ποτάμι σε κοντινή απόσταση 3 αλεξιπτωτιστές. Χωρίς να τα χάσει ειδοποίησε τον Διγενή που είχε κλείσει για λίγο τα μάτια του και αναπαυόταν στη ρίζα ενός πεύκου. Στην αρχή δεν τον πίστεψε όταν όμως επέμενε ο Λάμπρος άνοιξε τα μάτια και τότε ακολούθησαν σκηνές πανικού. Οι αλεξιπτωτιστές τα έχασαν και αντί να επιτεθούν κρύφτηκαν και άρχισαν να πυροβολούν. Ο Διγενής διέταξε άμεση αναχώρηση και έφυγαν όπως ήταν άλλοι ημίγυμνοι, άλλος χωρίς παπούτσια, χωρίς τα όπλα τους που τα άφησαν στο γρήγορο φευγιό τους, κινήθηκαν προς τα πάνω χωρίς οι σφαίρες να αγγίξουν κανένα. Ο Αρχηγός μόνο είχε το πιστόλι του αλλά άφησε εκεί τον μπερέ, το αρχείο, τη ζώνη του και 24 εφεδρικές σφαίρες.( το 1957 οι άγγλοι κυκλοφορούν το βιβλιαράκι «Τρομοκρατία εν Κύπρο – Το ημερολόγιο του Γρίβα» και εκεί ο αναγνώστης βλέπει ότι διακόπτεται το ημερολόγιο στις 9 Ιουνίου 1956).

Η κατάσταση που αντιμετώπισαν ο Διγενής και οι πέντε αντάρτες του ήταν εφιαλτική, στα κακοτράχαλα βουνά, ημίγυμνοι και άοπλοι. Έτσι δεν απομακρύνθηκαν από την περιοχή και αυτό αποδείχτηκε σωτήριο. Κρύφτηκαν ανά δύο σε πυκνές λατζιές που ήταν αρκετές σ’ εκείνη την περιοχή δίνοντας τους φυσική προστασία. Έμεινα ακίνητοι για πάνω από δυο ώρες με την παρουσία άγγλου στρατιώτη στα τέσσερα μέτρα κοντά τους και μετά από λίγο προστέθηκαν και 6-7 αξιωματικοί. Μόλις άρχισε να πέφτει το σκοτάδι αποχώρησαν οι άγγλοι χάνοντας την μεγαλύτερη ευκαιρία να συλλάβουν τον Αρχηγό της ΕΟΚΑ.
Αντιλαμβάνεται κανείς ότι από τον μυαλό του Αρχηγού πέρασαν όλα και «ευτυχώς» είχε το περίστροφο μαζί του για την πιθανή ύστατη στιγμή. Όμως οι άγγλοι αποδείχτηκαν μικρότεροι των περιστάσεων.
Μόλις πέρασε η κρίση ο Διγενής σκέφτηκε πολύ την επόμενη κίνηση. Είχε δυο επιλογές : Κίνηση ανατολικά όλη τη νύχτα και διαφυγή προς την Πιτσιλιά ή να μείνουν εκεί και να κινηθούν ανατολικά αν αντιμετώπιζαν κίνδυνο. Επέλεξε την πρώτη.
Ξεκίνησαν νυχτερινή πορεία και κατά τις 3 και 30 το πρωί της 11 Ιουνίου 1956 έφτασαν στα υψώματα ΝΔ του χωριού Καμινάρια. Θα παρέμεναν εκεί όλη μέρα για ξεκούραση, τροφή και νερό μετά απο 30 ώρες νηστικοί και 18 ώρες διψασμένοι. Έστειλε το Αντώνη Γεωργιάδη στα Καμινάρια για να φέρει τρόφιμα. Ο στόχος του Διγενή ήταν να περάσουν από τα Καμινάρια και να πορευτούν προς την Τροοδίτισσα. Ο Α. Γεωργιάδης κατάφερε και έφερε τα τρόφιμα παρόλο που οι άγγλοι είχαν μόλις μια ώρα φύγει από το χωριό βασανίζοντας του κατοίκους. Το πρόβλημα εξακολουθούσε να είναι το νερό γι αυτό και ο Διγενής διέταξε αναχώρηση και γρήγορα έφτασαν σ’ ένα ρυάκι που ξεδίψασαν και διανυκτέρευσαν.
 
Την επόμενη μέρα 12 Ιουνίου 1956, μόλις άρχισε να βραδιάζει, ξαναέστειλε ο Διγενής τον Γεωργιάδη μαζί με τον Νικήτα στο χωριό για τρόφιμα. Όμως οι Άγγλοι είχαν ξαναέρθει στα Καμινάρια κι έτσι μόλις μπήκαν οι δυο αντάρτες άκουσαν «άλτ» και άρχισαν οι πυροβολισμοί. Οι δυο αντάρτες έπεσαν αμέσως στο έδαφος και με την βοήθεια του σκοταδιού κινήθηκαν γρήγορα και ξέφυγαν την σύλληψη. Έφτασαν με καθυστέρηση στην ομάδα τους και αμέσως ο Διγενής διέταξε αναχώρηση για την Μονή Τροοδίτισσας όπου εκεί θα διευθετούσαν το θέμα τον προμηθειών με τον ηγούμενο Παγκράτιο. Η πορεία έγινε με πολύ μεγάλη προσοχή γιατί οι βρετανοί ήταν διασκορπισμένοι παντού. Πήραν τον δρόμο Λεμύθου –Αγίου Δημητρίου και βαδίζοντας όλη τη νύχτα έφτασαν στις 11 το πρωί της Τετάρτης 13 Ιουνίου 1956 στα υψώματα πάνω από την Μονή. Γράφει ο Διγενής στα Απομνημονεύματα του Αγώνα της ΕΟΚΑ : « Περί την 13ην ώραν της 13ης Ιουνίου εφθάσαμεν παρά την Τροοδίτισσαν, όπου επρομηθεύθημεν τροφής. Ο ηγούμενος της μονής και οι καλόγηροι μας παρέσχον πάσαν βοήθειαν, τροφήν, ενδύματα κ.λ.π. Παρά τον αποκλεισμόν της περιοχής και την απαγόρευσιν κυκλοφορίας οχημάτων, απέστειλα καλόγηρον ως σύνδεσμον εις Λευκωσίαν, ίνα λάβω επαφήν με τον Κέντρον της Ορργανώσεως, όστις και εξεπλήρωσε την αποστολήν του. Εκείθεν περί την 18ην ώραν, συνεχίζοντες την κοπιώδη πορείαν μας, διήλθομεν την αμαξιτήν οδόν Πλατρών – Τροόδους, και περί τας πρωινάς ώρας, κατεκλίθημεν εις δασώδη περιοχήν, νοτίως του Τροόδους, όπου παρεμείναμεν καθ’ όλην την ημέραν. Η κίνησίς μας προς ανατολάς συνεχίσθη και την εσπέραν της 16 Ιουνίου αφίχθημεν εις την περιοχήν 1 χιλ, βορείως Σαιτά της επαρχίας Λεμεσού..».

Ο Αρχηγός Διγενής έχοντας επίγνωση των ευθυνών του Αγώνα, χωρίς ποτέ να λυγίσει παρά τα 60 του χρόνια στις κακουχίες, άρχιζε να συνειδητοποιεί ότι κινδυνεύει η ζωή του, άρα και η ηγεσία του Αγώνα, μένοντας στα βουνά, γι αυτό έπρεπε να κάνει μια αλλαγή κατεβαίνοντας σε μια πόλη. Συνεχίζει ο Αρχηγός στα Απομνημονεύματα του Αγώνα της ΕΟΚΑ : « Αφού επρομηθεύθημεν τρόφιμα, εκινήθημεν την εσπέραν της 17ης Ιουνίου και δια του Αγίου Μάμαντος εφθάσαμεν τας πρωινάς ώρας της 18ης Ιουνίου εις Γεράσαν. Την εσπέραν της ιδίας ημέρας εκινήθημεν προς Παλώδιαν όπου μας ανέμενε στέλεχος της Οργανώσεως, το οποίο θα ερρύθμιζε τα της μεταφοράς μας εις Λεμεσόν. Εις Παλώδιαν εισήλθομεν περί το μεσονύκτιον, οποότε οι κύνες του χωρίου εδημιούργησαν αληθές πανδαιμόνιον με τα γαυγίσματά των και ήτο βέβαιον, ότι αρκετοί κάτοικοι θα μας αντιλήφθησαν. Ως εκ τούτου απεφάσισα να επανέλθω εντός της νυκτός εις Γεράσαν, αφού έδωσα εντολήν να ρυθμιστή η μεταφορά ημών την επομένην νύκταν δι’ αυτοκινήτων.»
Πράγματι η μεταφορά έγινε την επομένη μέρα με το αυτοκίνητου του αξιωματικού της αστυνομίας Κώστα Ευθυμίου(Παχύκωστη). Γράφει ο Νίκος Παπαναστασίου στο βιβλίο του για το «ΑΓΡΙΝΟ» της ΕΟΚΑ : « Ο Παχύκωστης μαζί με τη γυναίκα του πήγαν στη Γεράσα «για να παραλάβουν έναν καταζητούμενο», όπως τους είπε ο Χατζημιλτής. Στο μικρό «Χίλμαν» σαλούν DO45 εκτός από το ζεύγος Παχύκωστη, τον Διγενή και τον Δ. Χατζημιλτή, βρισκόταν επίσης η Νίνα Δρουσιώτη, ο Αντ. Γεωργιάδης και ο Λ. Ροδοσθένους! Στριμώχτηκαν όλοι μέσα σαν σαρδέλες και έφτασαν αργά το βράδυ, χωρίς κανένα απρόοπτο, στο σπίτι του Δάφνη Παναγίδη, όπου κατέβηκαν ο Διγενής, ο Γεωργιάδης, ο Ροδοσθένους, ο Χατζημιλτής και η Νίνα. Ο Αρχηγός της ΕΟΚΑ, μετά από μια μακρά, δραματική και επικίνδυνη καταδιώξη, βρισκόταν, επιτέλους, σ’ ένα πιο ασφαλές και ήσυχο περιβάλλον, απ’ όπου μπορούσε να διοικήσει καταφανώς καλύτερα.».
Λίγο πρίν αναχωρήσει ο Διγενής από τον Σαιττά αποχαιρέτησε τα παλικάρια του εκτός από τον Α. Γεωργιάδη που πήγε μαζί του. Ιδιαίτερα συγκινητικός ήταν ο αποχωρισμός του Λάμπρου Καυκαλίδη, μάγειρα και σωματοφύλακα του Αρχηγού που έζησε μαζί του τόσο καιρό και μαζί πέρασαν τόσες και τόσες κακουχίες. Ο Λάμπρος ζήτησε να πάει κοντά στον Αυξεντίου που βρισκόταν στα βουνά της Πιτσιλιάς.


Ίδρυμα Στρατηγού Γεωργίου Γρίβα - Διγενή  
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ



Η ΑΛΩΣΗ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ (3 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1826)

Edward Dodwell: Views in Greece, London 1821
Ιστορία τών Αθηνών κατά τόν υπέρ Ελευθερίας Αγώνα, Διονύσιος Σουρμελής

Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη 
 
Στίς 3 Ιουλίου 1826 ο τουρκικός στρατός πού αποτελείτο από 20000 άνδρες στρατοπέδευσε στά Πατήσια καί ξεκίνησε τήν πολιορκία τής πόλης τών Αθηνών, μέσα στήν οποία ήταν κλεισμένοι οι 1400 στρατιώτες τού Ιωάννη Γκούρα. Σέ αυτούς ήρθαν τήν τελευταία στιγμή νά προστεθούν 100 άνδρες μέ αρχηγούς τούς Στάθη Κατσικογιάννη, Διονύσιο Ευμορφόπουλο καί Γεράσιμο Φωκά. Οι πιό σημαντικοί οπλαρχηγοί πού είχε κάτω από τίς διαταγές του ο Γκούρας ήταν οι Μακρυγιάννης, Μήτρος Λέκκας, Συμεών Ζαχαρίτσας, Νερούτσος Μπενιζέλος, Νικόλαος Δανίλης, Νικόλαος Μπενιζέλος, Δημήτριος Καψοράχης, Μήτρος Λήτσας καί Αναγνώστης Ντάβαρης.

Τά κανόνια τού Κιουταχή άρχισαν αμέσως τό καταστροφικό τους έργο, προξενώντας σημαντικές φθορές στά τείχη τής πόλης. Ο έμπειρος Τούρκος στρατηγός πίεζε τά στρατεύματά του νά καταλάβουν τήν Αθήνα, προτού οι Έλληνες πού είχαν συγκεντρωθεί στήν Ελευσίνα, ανασυνταχθούν καί περάσουν στήν αντεπίθεση.

Ο Κιουταχής είχε ζητήσει βοήθεια από τόν δραστήριο Ομέρ πασά τής Καρύστου, ο οποίος κατέλαβε τό Καπανδρίτι καί τό ιππικό του προχώρησε ακόμα καί μέχρι τόν Πειραιά. Οι Βάσος Μαυροβουνιώτης καί Νικόλαος Κριεζώτης έστησαν ενέδρα στά Λιόσια καί σκότωσαν αρκετούς Τούρκους ιππείς κατά τήν επιστροφή τους από τόν Πειραιά. Ο Ομέρ ακολουθώντας τίς εντολές τού Κιουταχή μοίραζε καί αυτός μέ τή σειρά του χαρτιά αμνηστείας ζητώντας υποταγή από τά χωριά τής Δυτικής Αττικής, μέ ευνοϊκά γι' αυτόν αποτελέσματα, καθώς εκατοντάδες ήταν οι χωρικοί πού έτρεχαν νά προσκυνήσουν τόν Τούρκο πασά.

Οι Αθηναίοι, έχοντας σάν πρότυπό τους τή θυσία τού Μεσολογγίου καί αντλώντας κουράγιο από τά διάσπαρτα αρχαία μνημεία τών προγόνων τους, ήταν αποφασισμένοι νά πολεμήσουν μέχρις εσχάτων. "Εάν οι συμπατριώτες μας μάς αφήσουν αβοήθητους, τότε τά σώματά μας θά τά σκεπάσουν οι ναοί τού Παρθενώνα, τού Ποσειδώνα καί τού Ερεχθέα, τά οποία διά νά μήν καπνισθούν καί άλλη μία φορά από τόν καπνό τών βαρβάρων θέλουν πέσει μαζί μας."

Τούς πολιορκημένους είχε επισκεφθεί πρό ημερών καί ο φιλέλληνας Βρετανός πλοίαρχος Χάμιλτον, ο οποίος τούς είχε πεί ότι πάσει θυσία θά πρέπει νά κρατήσουν τό σημαντικό αυτό φρούριο, αφού οι Προστάτιδες Δυνάμεις συζητούσαν πλέον ανοιχτά γιά τήν αναγνώριση τής ανεξαρτησίας τής Ελλάδος. Κάθε μέρα πού περνούσε έφερνε τήν Ελλάδα πιό κοντά στήν ελευθερία.

Πολύτιμη γιά τήν άμυνα ήταν καί ή άφιξη τού Κώστα Χορμοβίτη, περίφημου λαγουμιτζή πού είχε διακριθεί στήν πολιορκία τού Μεσολογγίου. Στίς 13 Ιουλίου 1826 ο Μακρυγιάννης μέ Αθηναίους ενόπλους επιχείρησε ξαφνική έφοδο καί κτύπησε τούς Τούρκους πυροβολητές πού βρίσκονταν στά αλώνια τού Γερανίου (νότια από τήν πλατεία Ομονοίας κοντά στού Ψυρρή), σκοτώνοντας αρκετούς από αυτούς. Τήν επόμενη νύκτα ήταν η σειρά τών Τούρκων νά επιτεθούν γιά νά καταλάβουν τούς στύλους τού Ολυμπίου Διός, αλλά τό εγχείρημά τους απέτυχε. Οι Αθηναίοι γιά νά αντιμετωπίσουν τά τουρκικά κανόνια στό Γεράνι, έστησαν κανονοστάσια στούς Αγίους Αναργύρους.

Στίς 31 Ιουλίου 1826, οι Τουρκαλβανοί τού Κιουταχή συνέλαβαν επτά Έλληνες στρατιώτες πού είχαν σταλεί από τό στρατόπεδο τής Ελευσίνας πρός τούς πολιορκημένους τής Αθήνας μέ επιστολές πού τούς πληροφορούσαν ότι σύντομα θά ξεκινούσε ελληνική επίθεση κατά τού Κιουταχή. Τελικά τήν πληροφορία αυτή τήν χρησιμοποίησε ο ίδιος ο Κιουταχής, ο οποίος ενέτεινε τίς προσπάθειες γιά κατάληψη τής πόλης. Ο Γκούρας δέν είχε φροντίσει νά οχυρώσει επαρκώς τό τείχος τής πόλης ούτε είχε εφοδιάσει τήν πόλη μέ κανόνια. Σύμφωνα μέ τόν αυτόπτη μάρτυρα Διονύσιο Σουρμελή, παρά τά τεράστια ποσά πού είχε εισπράξει από τόν προστάτη του Κωλέττη, τό φρούριο είχε τρομερές ελλείψεις σέ μπαρούτι, μολύβι καί φυσέκια.

Οι Τούρκοι ποτισμένοι μέ ρούμι καί ρακί γιά νά πάρουν θάρρος επιτέθηκαν μέ τήν ανατολή τού ηλίου τής 3ης Αυγούστου 1826 σέ πολλά σημεία τού τείχους καί τελικά κυρίευσαν τήν Αθήνα από τήν Γύφτικη Πόρτα (βορειοδυτικά τής πόλης όπου ξεκινούσε ο δρόμος γιά τήν Ελευσίνα στή σημερινή οδό Σαρρή) καί τούς προμαχώνες τών Αγίων Θεοδώρων καί τών Αγίων Αναργύρων. Οι απώλειες τών Ελλήνων από τήν μάχη τής 3ης Αυγούστου 1826 ήταν 30 νεκροί ενώ οι Τουρκαλβανοί έπιασαν αιχμάλωτες καί 40 γυναίκες. Όλοι οι υπόλοιποι έτρεξαν νά οχυρωθούν στήν Ακρόπολη, αφήνοντας τόν Κιουταχή κυρίαρχο τής πόλης τών Αθηνών.
«Ο εχθρός έρχεται εις τήν Αττικήν τόν Ιούνιον μήνα 1826. Τά δύο χωρία τής Αττικής Χασιά καί Μενίδι, τόν υποδέχονται καί τόν προσκυνούν. Τήν 3ην Ιουλίου 1826 εστρατοπέδευσεν ο εχθρός έξω τής πόλεως, αφ' ής ημέρας άρχεται ο αποκλεισμός. Η σύμπνοια τών Αθηναίων μετά τών περί τόν Γεράσιμο Φωκά καί Διονύσιο Ευμορφόπουλο έκαμε τήν άτακτον φρουράν τού Γκούρα νά συσταλή, καί νά μήν ταράττεται καί ταράττη σφοδρώς. Εν τούτω δέ εκδίδομεν πρός τού έξω τήν παρούσαν προκήρυξιν.

"Κρίνομεν χρέος μας ιερόν, αφού ευρέθημεν επάνω εις τόν σταυρόν καί εις τό σπαθί μας διά νά σώσωμεν τάς ιεράς Αθήνας, ή νά συγκαταταφώμεν εις τήν πλέον επιθυμητήν γήν, πρώτον νά επικαλεσθώμεν τήν Θείαν βοήθειαν καί δεύτερον νά προκηρύξωμεν εις όλους τούς ομογενείς οποίας ελπίδας καί οποία αισθήματα πρέπει νά έχωσι. Θέλομεν πολεμήση τόν εχθρόν μέχρις εσχάτης αναπνοής, έχοντες παράδειγμα τούς αθανάτους τού Μεσολογγίου μέ τόν ενθουσιασμόν εκείνον τόν οποίον γεννά η θρησκεία καί ο πατριωτισμός."

Από τής 5ης μέχρι τής 12ης τού Ιουλίου 1826 εγένεντο μικροί ακροβολισμοί καί κανονοβολισμοί. Τήν δέ ερχομένην νύκτα οι εχθροί έκαμαν μέγαν θόρυβον μετά κραυγών καί τουφεκισμών, οι δέ ημέτεροι εξελθόντες τών τειχών κατεδίωξαν αυτούς κτυπώντες μέ τό πύρ καί μέ τόν σίδηρον επέκεινα ενός μιλίου, επέστρεψαν απλήγωτοι. Τήν αυτήν ημέραν πρός τήν νύκτα εισήλθεν ο Κώστας Λαγουμιτζής υπονομοποιός μετά καί άλλων εβδομήκοντα Αθηναίων.

Τήν 15ην Ιουλίου εφάνη πρώτον κανονοστάσιον τών εχθρών, καί ακολούθως αύξησεν ο αριθμός. Αι σφαίραι τών κανονίων ήσαν από 5 - 18 οκάδας. Συγχρόνως έστησαν καί όλμους βομβών, ώστε τό πύρ ηύξανεν ημέραν παρ' ημέραν. Τό κάτω τείχος εκτυπάτο αδιακόπως, καί οι ημέτεροι ενησχολούντο εις επισκευάς καί εναντιώσεις. Ο Κιουταχής αφού έμαθε τήν αρχηγίαν τού Καραϊσκάκη καί τήν έλευσιν τών ελληνικών σωμάτων εις Σαλαμίνα καί Ελευσίνα, πρίν συνέλθωσιν έξω τών Αθηνών, καί επιφέρωσιν εμπόδια, σπεύδει νά κυριεύση τήν πόλιν. Μετέρχεται λοιπόν σφοδρότερον καί πυκνότερον τόν κανονοβολισμόν εναντίον τών μπουρτζίων (φρουρίων) ημέραν καί νύκταν αδιακόπως.

Περί τόν όρθρον λοιπόν τής 3ης Αυγούστου 1826, αφού ο Κιουταχής επότισε τούς μέλλοντας νά κάμωσι τήν έφοδον ρακί καί ρούμι, έδωκε τό σύνθημα τής εφόδου. Όσοι εξεύρουσι τήν έκτασιν τού τειχίου τής πόλεως, μαθόντες δέ καί τόν αριθμόν τών υπερασπιζομένων αυτό, ότι δέν υπερέβαινε τούς οκτακοσίους, θέλει πιστεύσει ότι ήτον αδύνατον νά αντικρούσωσι πέντε χιλιάδας επερχομένους διά μιάς. Μόλον τούτο εκτυπήθησαν μέ ανδρείαν τών ημετέρων καί εις τήν πρώτην εφόρμησιν γενομένην κατά τήν πύλην τής Αγίας Τριάδος δέν ηδυνήθησαν νά εισέλθωσιν, αλλ' οπισθοδρομήσαντες εισήλθον δι' άλλων εισόδων αδυνατωτέρων περί τήν πύλην τήν Αχαρνών. Εφονεύθησαν δέ πολλοί τών εχθρών, εξ ημών δέ 30 επληγώθησαν καί δώδεκα εχάθησαν. Κατ' αυτήν ο γενναίος Δημήτριος Καζαντζής πληγωθείς, όμως συλλαβών ζώντα ένα Τούρκο γιγαντιαίον, ανήγαγεν εις τό φρούριον, καί μετ' ολίγας ημέρας εκ τού τραύματος ετελεύτησε νέος.

Οι ημέτεροι, αφού οι εχθροί εισήλθον εις τήν πόλιν, δέν έπαυον νά καταβαίνωσι από τού φρουρίου τής Ακροπόλεως, άλλους μέν νά καίωσιν εντός οικιών, άλλους δέ νά φονεύωσι καί άλλους νά ζωγρώσιν. Ο Μήτρος Σαρκουδίνος τήν 4ην Αυγούστου 1826, μετά καί άλλων τινών καταβαίνων εις τινας οικίας πρός τό ανατολικό μέρος, εισέρχεται ατρομήτως, κτυπά, φονεύει καί ενώ μέ τό πύρ εις τάς χείρας επροσπάθει νά καύση τήν οικίαν τού Σταύρου Πατούσα, εν ή ήσαν Τούρκοι, μή θέλοντες νά παραδοθώσι, πληγώνεται καιρίως, αφού όμως κατόρθωσε διαδοθέντος τού πυρός νά ζωγρηθώσιν έξ εξ αυτών. Ετελεύτησε δέ ο πληγωθείς Σαρκουδίνος μετά τέσσαρας ημέρας. Ο ζήλος του εις τήν ελευθερίαν καί τό μίσος του πρός τούς Τούρκους ήσαν δείγματα τής μεγαλοψυχίας του. Αυθημερόν πληγωθείς καί ο Δημήτριος Πρεβεζάνος ετελεύτησε καί ούτος ο ανδρείος αξιωματικός τής φρουράς.»
 
«Αφού μπήκε ο Γκούρας εις τό ταχτικόν, εις τήν Διοίκηση είχε τόν συμπέθερό του Γιαννάκο Βλάχο καί τούς άλλους φίλους του. Κι' όλοι αυτείνοι συνφώνησαν νά στείλουν μίαν επιτροπή εις τήν Αθήνα δική τους, από φίλους, νά πουλήσουνε τήν εθνική γής καί νά τήν πάρη ο Γκούρας κι' αυτείνη όλη η συντροφιά, γής, ελιές, σπίτια, αργαστήρια καί τά εξής. Στέλνουν επιτροπή τόν Γιάννη Κουντουμά, τόν Θανάση Λιδορίκη, τόν Γιωργάκη Μόστρα. Αφού ήρθαν, βγάζουν μίαν προκήρυξη δι' αυτά, νά τά πουλήσουνε. Μιά ημέρα πήγαινα μέ τόν Γκούρα σεργιάνι καβάλλα. Μέ κολάκευε ήθελε νά μού δώση μίαν ανιψιά του γυναίκα.

- "Τού Χασεκή (Ο Χατζή Αλή Χασεκής ήταν ένας αιμοβόρος Τούρκος δυνάστης πού έκτισε τό ομώνυμο τείχος τό 1778 μέ τόν ιδρώτα καί τό αίμα τών ραγιάδων τής Αθήνας), τά υποστατικά, ελιές, περιβόλι κι' όλη τήν περιφέρεια θά τήν πάρω εγώ δι' όσα μού χρωστάει τό Έθνος".

- "Εσύ πήρες θησαυρούς από αυτό τό δυστυχισμένο Έθνος εις τά στρατόπεδα, εις τήν Αθήνα, εις τήν Πελοπόννησο. Πόσο φουσάτο έχεις εις τήν οδηγίαν σου; Ποτέ δέν βγαίνουν τρακόσοι άνθρωποι καί πλερώνει όλη η Ανατολική Ελλάς καί η κυβέρνηση δι' αυτούς. Κι' όλον τόν κόσμο τόν γύμνωσες καί δόντια έβγαλες εσύ κι' ο Μαμούρης σου καί μέ τό τζεκούρι σκοτώσατε ανθρώπους. Τό Σαρρή τόν σκοτώσατε γιά πενήντα χιλιάδες γρόσια οπού 'χε απάνου του, εις γρόσια καί τζιβαϊρκά (κοσμήματα), τά πήρε ο Μαμούρης καί τά μεράσετε. Τέλος πάντων εσύ γυρεύεις ακόμα από τήν κυβέρνησιν νά πάρης καί οχτακόσες χιλιάδες γρόσια καί κατά τήν επιτροπή, οπού 'ναι διορισμένοι όλοι φίλοι σου, θά πάρης υποστατικό οπού ν' αξίζη πενήντα διά δέκα αυτείνη η επιτροπή θά τό ξετιμήση τοιούτως. Οι φίλοι σου καί οι συγγενείς σου κυβερνήτες τά 'πικυρώνουν. Τέλος πάντων εσύ κι' ο Μαμούρης σου θά γίνης Μεμεταλής, εσύ, κι' αυτός Μπραΐμης κ' εμάς θά μάς πάρετε είλωτες! Νά τήν χέσω τέτοια λευτεριά, οπού θά κάμω εγώ εσένα πασιά!"

- "Τι κουβεντιάζεις έτζι;"

- "Έτζι κουβεντιάζω! Όταν τά πάρης εσύ αυτά καί οι φίλοι σου, νά μέ φτύσης!"

Σηκώθηκα κι' αναχώρησα κατά τό κονάκι μου.

Ο Κιτάγιας (Κιουταχής) ήρθε μέ μεγάλη δύναμη ανθρώπων, μέ καβαλλαρία, μέ κανόνια, μ' όλα τ' αναγκαία τού πολέμου. Έπιασε τά Πατήσια. Τά χωριά τά περισσότερα τής Αθήνας προσκύνησαν, ότι από τήν δικαιοσύνην μας πολλούς κατοίκους τούς ηύρανε φορτωμένους πέτρες καί τούς ξεφόρτωσαν κι' άλλους τούς λευτέρωσαν, οπού τούς παιδεύαμεν διά χρήματα. Αφού μάθαν οι Αθηναίοι ότι έρχεται ο Κιτάγιας, μέ ζήτησαν εις τόν Φαβιέ, ότ' ήμουν εις τήν οδηγίαν του, καί μο' 'δωσε τήν άδεια κ' έμεινα άμα πήγε εις τά Μέθενα (Μέθανα Τροιζηνίας) μέ τό σώμα. (Ο Μακρυγιάννης ήταν στά Μέθανα μέ τόν αρχηγό τού τακτικού Φαβιέρο καί αφού πήρε άδεια μπήκε στήν Αθήνα γιά νά ενισχύσει τήν άμυνά της).

Καί μέ διορίσαν μ' άλλους δυο Αθηναίους τόν Συμεών Ζαχαρίτζα καί Νερούτζον Μετζέλο (Νερούτσος Μπενιζέλος) καί ήμαστε μ' ανθρώπους εις τά τείχη της πόλεως καί πολεμούσαμεν νύχτα καί ημέρα τριάντα τέσσερες ημέρες. Ο Κιτάγιας χάλαγε τά τείχη μέ τά κανόνια κ' εμείς φκειάναμεν. Καί καταφανιστήκαμεν εις τόν σκοτωμόν καί πληγωμόν. Μίαν αυγή, μίαν ώρα νά φέξη, αφού γκρέμισε σέ πολλά μέρη της πόλεως τά τείχη καί δέν μάς άφηναν τά κανόνια τ' ακατάπαυτα νά μερεμετίσουμεν (επιδιορθώσουμε) τά τείχη, τότε μπήκαν οι Τούρκοι, (3 Αυγούστου 1826) τούς μέθυσε πρώτα μέ ρούμι καί μπήκαν από τρεις μεριές. Κι' ανακατωμένοι μέ τούς Τούρκους πήγαμεν πολεμώντας ως τό κάστρον. (Αρχές Ιουλίου 1826 ξεκίνησε η πολιορκία τής πόλης καί ύστερα από ένα περίπου μήνα ο Κιουταχής κατάφερε νά τήν καταλάβει, αναγκάζοντας τούς αμυνόμενους νά αποσυρθούν στόν βράχο τής Ακρόπολης).

Εις τά μπροστινά τείχη τά μακρύτερα, οπού 'ναι πρόσωπον τών Πατησίων, φυλάγαμεν οι Αθηναίοι κι' ο γενναίος κι' αγαθός πατριώτης ο Μορφόπουλος (Διονύσιος Ευμορφόπουλος) από τήν Μπουμπουνίστρα (πύλη τών Αθηνών στά ανατολικά τείχη κοντά στήν Πύλη τού Αδριανού) κι' ως τό ριζό τού κάστρου ο Μαμούρης μ' ανθρώπους τού Γκούρα καί χωργιάτες από τίς Κολώνες, τόν Αγιώργη, ως τό ριζό τού κάστρου ο Στάθης Κατζικογιάννης. Όλοι αγωνίστηκαν γενναίως καί πατριωτικώς. Η πατρίς χάριτες τούς χρωστάγει.

Ο Γκούρας ήταν εις τό κάστρον κι' ούθεν έκανε ανάγκη, οπού ήταν πολύς πόλεμος, πρόφτανε. Καί γενικώς όλοι αγωνιστήκανε πατριωτικώς καί γενναίως. Οι Τούρκοι ολόγυρα τήν χώρα είχαν κανονοστάσια, τάμπιες (ντάπιες), καί βαρούσαν μέ κανόνια, μπόμπες καί γρανέτες καί λιανοντούφεκον. Αυτείνοι πλήθος κ' εμείς ολίγοι ως πεντακόσοι άνθρωποι, κάτου όχι απάνου. Οι θέσες εκτεταμένες. Πήγαμεν εις τό φρούριον. Ήταν η νίλα εκεί γυναικόπαιδα, ζώα. Γιόμωσε ο Σερπετζές (Φράγκικος πύργος κτισμένος κοντά στά Προπύλαια πού κατεδαφίστηκε τό 1877.)

Η Θεία Πρόνοια, αδελφοί αναγνώστες, είναι μεγάλη καί δίκια. Οι Τούρκοι είχαν πιασμένες όλες τίς θέσες ολόγυρα εις τήν χώρα καί τό κάστρο. Εβήκαν οι άνθρωποι, γυναικόπαιδα, κλαίγοντας, μέ τόσα ζώα, καί οι Τούρκοι δέν τούς πήραν χαμπέρι τελείως καί σωθήκανε όλοι χωρίς νά ματώση μύτη κανενού καί πήγαν εις Αμπελάκι (Αμπελάκια Σαλαμίνας) καί Κούλουρη (Σαλαμίνα). Τήν χώρα τήν βαστήσαμεν τριάντα τέσσερες ημέρες. Κολλήσαμεν εις τό κάστρο Αυγούστου 3, τά 1826. Όταν μπήκαμεν εις τό κάστρο, ήταν πλήθος εκεί βόιδια. Ο Γκούρας, αμαθής από μπλόκους, τά 'βγαλε καί τ' απόλυσε όλα έξω, καί τά πήραν οι Τούρκοι. Τού λέγω:

- "Τί κάνεις, αδελφέ; εδώ είναι πολιορκία."

- "Λέγει, λίγον καιρό θά κάμωμεν".

Έτζι το' 'λεγαν οι Ευρωπαίγοι, οπού 'ρχονταν εις τό κάστρο, καί τούς πίστευε. Όταν δέν είχαμεν ούτε ψωμί, βάρειε τό κεφάλι του. Τά βόιδια τά 'φαγαν οι Τούρκοι κ' ευκιώνταν τήν ανοησίαν τού Γκούρα. Εγώ ήμουν καμμένος από τό κάστρο τής Άρτας, οπού καθόμουν νηστικός, κι' από τό Νιόκαστρο, οπού δέν είχαμεν ούτε νερό.»


ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ